Πάνω σε μια ξένη χελώνα.

by valentinestavrou

Kεφάλαιο XI

Αγνοώντας μαχαίρι και πιρούνι και ξεχνώντας τους καλούς της τρόπους η Αλίκη βούτηξε τα χέρια της στο φαγητό! Αφού έφαγε, παραζαλισμένη από ικανοποίηση αποκοιμήθηκε μέσα στο μπουκάλι που ταξίδευε ατάραχο την ροζ θάλασσα.
Στο όνειρο της, ο Παππούς περπατάει πάλι και τα μάγουλα του είναι ροδαλά και τα μάτια του γαλανά κι ολάνοιχτα και ο Booboo πλάι του ατίθασος, γαβγίζει ενθουσιασμένος κι η Γιαγιά ζυμώνει κουλουράκια κι η Αλίκη τρέχει, τρέχει, τρέχει…
Κι οι ελιές μουρμουρίζουν μνήμες και οι πορτοκαλιές μοιράζουν τ ’άνθη τους και το γιασεμί ψάχνει χώρο στα μακριά μαλλιά της  «Εγώ θα σε παντρέψω» την θύμισε και χιλιάδες κόκκινες παπαρούνες καλούν τον άνεμο να ‘ρθει και η Αλίκη κρύβετε κάτω από τις μαργαρίτες και κοιτάει τα μυρμήγκια να χτίζουν φωλιές…
«Παππού, Παππού μ ’ακούς;»
«Μπαμπά, Μπαμπά  μ ‘ακούς;»¨

ΚΛΙΚ!

Με την απορία ακόμα στην άκρη της γλώσσας της η Αλίκη ξύπνησε από απαλό τράνταγμα σύγκρουσης του μπουκαλιού με κάτι. Της πήρε μερικά δευτερόλεπτα να αποχαιρετίσει την εικόνα του Παππού και του Booboo να παίζουν γελαστοί στον χωμάτινο δρόμο του σπιτιού στην εξοχή. « Καληνύχτα Παππού, Καληνύχτα Booboo…»
Όταν άνοιξε τα μάτια της ένιωσε έτοιμη να αντιμετωπίσει τον βράχο που της τερμάτισε τ ’όνειρο και το ταξίδι. Χτύπησε δυνατά τον τοίχο του γυάλινου μπουκαλιού
«Ει, κύριε Βράχε!»
«Κύριε Βράχε! Κοιμάστε;»
«Ξέρετε κύριε Βράχε, κι εγώ κοιμόμουνα αλλά με ξυπνήσατε!»
«Κύριε Βράχε, ξυπνάτε!»
«Μήπως Parlez-vous français κύριε Βράχε;»
« Κύριε Βράχε, αν δεν μ’απαντήσετε θα σας τραγουδήσω» ξέσπασε η Αλίκη θυμωμένα.
Η Αλίκη ήταν επίμονο κορίτσι. Κακομαθημένο θα έλεγα. Τίποτα δεν την σταματούσε μέχρι να καταφέρει αυτό που θέλει. Κ’ ο Βράχος, που δεν ήταν στην πραγματικότητα βράχος, φαίνεται να το συνειδητοποίησε αυτό έτσι στην σκέψη πως σύντομα το μικροσκοπικό, θυμωμένο κοριτσάκι θα τραγουδούσε με όλη της την δύναμη αποφάσισε να της απευθύνει τον λόγο.
«Και πιο τραγούδι θα ήταν αυτό καλή μου;» ρώτησε με την μπάσα φωνή του κοιτώντας για πρώτη φορά την Αλίκη στα μάτια
«Μα εσείς δεν είστε Βράχος!! Είστε χελώνα! Είστε μια μεγάλη, πράσινη χελώνα!!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αλίκη.
Βλέπετε, η Αλίκη είχε ώρα να μιλήσει με κάποιον και είχε βαρεθεί. Πίσω στο σπίτι, στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν είχε με ποιον να μιλήσει, η Αλίκη συνομιλούσε με το πρώτο αντικείμενο ή ζωντανό πλάσμα που έβλεπε. Μέχρι τώρα δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει με μια χελώνα, πόσο μάλιστα με μια τεράστια πράσινη χελώνα σε μια χώρα που ήταν όλα διαφορετικά!
«Η χελώνα αυτή πρέπει να είναι πραγματικά πολύ ξεχωριστή» κατέληξε η Αλίκη. «Θα της ζητήσω να με βγάλει απ’το μπουκάλι μου!»  Έτσι, η Πράσινη Χελώνα, με ένα φιλί απελευθέρωσε το παράξενο κοριτσάκι από την προσωρινή φυλακή του και ζήτησε να μάθει τι γυρεύει στην Χώρα της.
«Να, βαριόμουνα στο μάθημα και είδα έναν μεγάλο, άσπρο κούνελο με γιλέκο και ρολόι… ε και σκέφτηκα πως σίγουρα θα περάσω πολύ πιο ευχάριστα την ώρα μου με τον Κούνελο παρά με την άλγεβρα…» εξήγησε η Αλίκη.
Η Πράσινη Χελώνα, που ήταν η γηραιότερη και σοφότερη κάτοικος της Χώρας φάνηκε να διασκεδάζει με το παράξενο κοριτσάκι.«Έχω μπροστά μου ένα θαρραλέο, ευγενικό, κακομαθημένο κορίτσι με μεγάλη περιέργεια. Αυτή η μέρα θα είναι πολύ ενδιαφέρον!» είπε η Χελώνα στον εαυτό της. 
«Λοιπόν κοριτσάκι, ανέβα στο καβούκι μου. Θα πάμε ένα μεγάλο περίπατο.»
«Ωωωωω! Σας ευχαριστώ τόσο μα τόσο πολύ» φώναξε η Αλίκη αγκαλιάζοντας το δάκτυλο της μεγάλης χελώνας.
Έτσι, ξεκίνησαν και η χελώνα απαντούσε υπομονετικά όλες τις ερωτήσεις της Αλίκης. Μετά από αρκετή ώρα βρέθηκαν μπροστά από ένα πλουσιοπάροχο, μεγάλο κτήριο. Δίπλα υπήρχαν κάρα με διαφανή βαρέλια που μέσα είχαν ένα υγρό στο χρώμα του μελιού. Υπηρέτες τα κουβαλούσαν βιαστικά και κύριοι με στυλό και σημειωματάρια φώναζαν ερωτήσεις.
«Βρέθηκε ο ένοχος;»
«Θα επιστραφούν οι τάρτες;»
«Θα επωμιστούν οι πολίτες το κόστος για το φτιάξιμο άλλων ταρτώv;»
 
«Μα τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε η Αλίκη.
«Εδώ είναι το δικαστήριο» εξήγησε η Χελώνα. «Είχα ξεχάσει πως σήμερα είναι η δίκη των Ταρτών. Χάθηκαν χθες απο το βασιλικό παλάτι 13 τάρτες και ο Βασιλιάς ψάχνει να βρει τον ένοχο.»
«Για τις τάρτες; Ψάχνει να βρει τον κλέφτη των ταρτών; Δεν έχει με κάτι άλλο να ασχοληθεί το δικαστήριο;»
« Πως δεν έχει! Σε αυτή τη χώρα όμως καλή μου, προστατεύονται πρώτα και πάνω απ’όλα τα συμφέροντα του Βασιλιά και των κουμπάρων του! Να φανταστείς, λίγο πριν τον τελευταίο μας πόλεμο ο Βασιλιάς φρόντισε να στείλει στο γειτονικό βασίλειο όλες τις τάρτες του, μαζί με τις τάρτες των φίλων του, και μετά δεσμεύτηκε να προστατεύσει αυτές των πολιτών…»
« Και εκείνο το υγρό στα γυάλινα μπουκάλια τι είναι;»
« Ουίσκι. Είναι μεγάλη ευθύνη να δουλεύεις για το καλό του λαού και ο Βασιλιάς δουλεύει πιο παραγωγικά μαζί με το Ουίσκι. Φαίνεται πως τελευταίως χρειάζεται πιο πολύ όμως…»
«Γιατί;»
« Του βγήκε ξινή η δέσμευση.»
« Μα είναι όλοι τρελοί και παλαβοί εδω μέσα!»
« Κ΄όμως καλή μουκάποτε ήσαν άνθρωποι, ήσανε φίλοι και γνωστοί» απάντησε θλιμμένα η Πράσινη Χελώνα. « Έλα, θα σε πάω στην Καρδιά»
Στην διαδρομή κοντοστάθηκαν για λίγο μπροστά στην λίμνη με τ’αλάτι και η Αλίκη θαύμασε τα φλαμίνγκο που χτένιζαν τα μωβ φτερά τους τραγουδώντας Bossa Nova καθώς χρυσά ψάρια ελευθέρωναν γράμματα από το στόμα τους. Αυτά χόρευαν στον ρυθμό του τραγουδιού και γίνονταν λέξεις και έπειτα προτάσεις που μεγάλωναν και γίνονταν ιστορίες του τόπου. Αφού διάβασαν ιστορίες και θάματα, κίνησαν για τα τείχη της Καρδιές.
Τις πύλες άνοιξε ένας μουσάτος νεαρός. Η Αλίκη πρόσεξε πως σχεδόν όλοι ήταν μουσάτοι νεαροί άνδρες.
«Ναι… ξέρεις, αυτοί ήταν άστεγοι.» είπε η Χελώνα. «Λίγο πριν τον πόλεμο σύχναζαν σε δρόμους έξω από τα τείχη αλλά τώρα βρήκαν καταφύγιο εδώ. Άνοιξαν και διάφορα μαγαζιά που σερβίρουν καφέ από μελάνι σουπιάς καρυκευμένο με βασιλική γύρη κουνουπιού και σαλάτες με σάλτσα από οργανικό σκουλήκι και καβουρδισμένα αγκάθια μπλε τριαντάφυλλου! Για πρόγευμα τρώνε όλοι μα όλοι ανελλιπώς κόνναρα με chia seeds. Θα σε πάω όμως στον μεγάλο δρόμο με τους Γείτονες. Είναι ο πιο μακρύς και όμορφος δρόμος της Καρδιάς! ‘Ολοι όσοι ήρθαν από γειτονικά βασίλεια, εγκαταστάθηκαν εδώ και έφεραν μαζί τους καινούργιες λέξεις και γεύσεις που δεν ξαναγεύτηκες και χρώματα που δεν ξαναείδες
Και η Αλίκη…στον δρόμο αυτό…είδε παιδιά να παίζουν και οι πνεύμονες της γέμισαν κόκκους εξωτικών μυρωδιών και οι Γείτονες βγήκαν όλοι έξω να γνωρίσουν το κορίτσι με τα μακριά μαλλιά και η Αλίκη ένιωσε γαλήνη… και είπε στην Χελώνα … 
«’Ολους! Θέλω να τους γνωρίσω όλους!»

 

* Απο δημοσίευση στο αφίερωμα της εφημερίδας Πολίτης. , 2015

Advertisements