Ο Γιώργης.

by valentinestavrou

Τ’αρέσανε του Γιώργη τα λιμάνια το καλοκαίρι. Το νησί, μικρό,απλό, απόμερο… κάθε που ερχόταν πλοίο έσφιζε το λιμάνι απο νιάτα,ζωή! Την είχε ρουφήξει καλά αυτός τη ζωή, απο μικρός στα καράβια, είδαν πολλά τα μάτια του. Άμα πέθανε η γυναίκα του είπε να στεριώσει, να της ανάβει το καντήλι. Τον τρώγαν οι ενοχές, δραχμές της έστελνε να ζήσουν τα παιδιά τους μα χρόνια την είχε αφήσει μόνη στο νησί, την έβλεπε λίγες φορές τον χρόνο, σύζυγος δεν ένιωσε ποτέ του. Τώρα στο θάνατο, της έκανε παρέα. Μιλούσε στον τάφο της για ώρες, ιστορίες που δεν βρήκε ποτέ χρόνο να της πει. Για λιμάνια που βρωμούσανε, για πτώματα στα στενά της Κίνας, τις αγελάδες στην Ινδία, τις πόρνες στην Ευρώπη… θυμότανε το κάθε δώρο που της αγόραζε. Δαχτυλίδι να το φοράει, να τον νιώθει κοντά της άμα έλειπε, άρωμα για να ξέρει αυτός πως μυρίζει η γυναίκα του μετά το μπάνιο, μια βούρτσα στολιστή για τα μακριά μαλλιά της, μια εικόνα της Παναγίας, σκαλιστή στο χέρι απο έναν μαύρο στην Αφρική. Τι Παναγιά αυτή, παχουλή, μελαχρινή. Πόσο γέλασε η κυρά του όταν την είδε! Τι όμορφη που ήταν όταν γελούσε! Δεν την χάρηκε τη γυναίκα του…ούτε την αγκαλιά της. Της έκανε δυο παιδιά, δυο παλλικάρια δυο μέτρα και την άφησε να τον περιμένει να γυρίσει. ‘Εφυγε λίγο πριν ασπρίσουν τα μαλλιά της…

Στα χέρια του πάντα ένα κομπολόι απο κεχριμπάρι, δώρο του συγχωρεμένου του Μένιου. Αυτόν τον είχανε χάσει απο σύφιλη, κάπου στον Ατλαντικό τον ρίξανε.Οικογένοια δεν είχε, γύριζε στα μπουρδέλα μεθυσμένος κ γέλαγε μ’αυτούς που σε κάθε πόρνη βλέπαν τη γυναίκα τους. «Παντρεμένοι το λέτε αυτό ρε; Να πάρε να μετράς αυτές που πληρώνεις.» του πε και του έδωσε το κομπολόι. Στο ταξίδι του γυρισμού δε μιλούσε. Σκεφτόταν μόνο τη γυναίκα του. Πρώτη φορά σε γυναίκα πήγε στα δεκάξι του, το πλήρωμα βρήκε την παρθενιά του αστεία «Πως θ’αντέξεις ρε στα καράβια, χωρίς χαρά στα σκέλια σου;» τον πειράζαν κ’αυτός στο Πόρτσμουθ γύρεψε να βρει γυναίκα. Δε δυσκολεύτηκε, σ’ένα παράδρομο ήσανε μαζεμένες όλες.  Πήγε μόνος του κρυφά, μην τον δούνε. Λιγοστές οι λέξεις του, πήγε να πει πως ήτανε η πρώτη του φορά μα δε χρειάστηκε, τον πήρε μυρωδιά μια μικρή, θα ταν δεν θα ταν είκοσι. “Come with me, I’ll show you what you need to know. It’s your first time; I can tell. No need to be shy, love. I’ve seen the faces of many men. Ha, and many boys. I prefer boys. There’s something tender and real about them. At least when I open my legs to them I know they’ll never forget me. My name, sure they will. But not my face, nor my smell. Not even these words.” Κ’είχε δίκαιο. Έκανε χρόνια να την ξαναδεί αλλα θυμότανε τα μακριά κόκκινα, όλο μπούκλες μαλλιά της, το μουντό σημάδι στο πόδι της- απο κάφτρα τσιγάρου κάποιου μεθύστακα, τακτικού πελάτη, το δωμάτιο που μύριζε σαπίλα κ’αυτήν ξαπλωμένη στο μονό κρεβάτι να μετράει τα χρήματα καθώς έφευγε. Κάτι στην έκφρασή του τον πρόδωσε κ΄αργότερα στο πλοίο τον πήρε χαμπάρι ο μάγειρας. «Καλά πέρασες ρε; Τράβα τώρα να μου φέρεις πατάτες. Στα χρόνια θα δεις, δε θα τις θυμάσε»

Παντρεύτηκε στα είκοσι ένα του. Έκατσε τότε ένα μήνα στο νησί, ίσα για να φυτέψει το σπέρμα του. Την είχε ερωτευτεί βαθιά τη γυναίκα του. ‘Ενα κράμα αθωώτητας και σοφίας ήτανε, μ’αυτήν ένιωσε για πρώτη φορά άνδρας.Μα σαν του φιλούσε το μέτωπο παιδί στα χέρια της γινότανε. Την ήξερε απο μικρή τη γυναίκα του, θυμόταν στο σχολείο μια μικρή να το σκάει το χειμώνα απ’την τάξη για να βλέπει τη θάλασσα φουρτουνιασμένη. Της έλεγε πάντα, «άμα έρθω, θα σου πάρω μια βάρκα να το φχαριστιέσε». Ζούσε τώρα μες τις μνήμες και πότε πότε πλάι στον τάφο της έπλαθε στο νου στιγμές που θα’χε ζήσει μαζί της. Στις ρυτίδες του μετρούσε τα χρόνια μακριά της, τον ήλιο που τον έκαιε στα καράβια, την αλμύρα μες το στόμα του, τη βρώμα των γυναικών που πήρε με λίγα χρήματα.

‘Εμαθε για τον θάνατό της ένα μεσημέρι κάπου στην Ινδία. Τρείς μήνες το ταξίδι του γυρισμού. Μαζί του κουβαλούσε τα μπαχάρια που της είχε αγοράσει. Τρεις μήνες έβλεπε στον ύπνο του να τρων κατσαρίδες τη γυναίκα του. ‘Εβλεπε να κοιμάτε με το κουφάρι της. Ο καπετάνιος διάταξε τον μάγειρα να ρίχνει ουίσκι στη σούπα του. Θυμός τον είχε καταβάλει, γρύλιζε άμα του μιλούσαν και κάθε τόσο μύριζε τα μπαχάρια.

Σε εκείνο το ταξίδι, το τελευταίο του, ζύγισε τη ζωή του. Κ’είπε στη θάλασσα, “Δεν έζησα. Δεν σ’έζησα ψυχή μου”.

Advertisements