kernel, reflections

though the fact that they were terrible did not mean that they were necessarily truthful

Month: April, 2013

Σήμερα

Σε μια άσπρη παραλία εγώ κ’ εσύ κ’ ανάμεσά μας λέξεις…πολλές πολλές καινούργιες λέξεις. Μια εσύ και τρείς εγώ, παραμύθι θε ν’ αρχίσει. Γλύφει το κύμα τα πόδια μας, βγάζεις φωτογραφία να θυμάσε την πρώτη εκδρομή, πίνω απ’ τον καφέ σου σκεφτική, σου κλέβω πάλι το τσιγάρο. Μια λέξη εγώ και εσύ τριάντα, ιστορίες μικρές που έφτιαξαν εσένα μοιράζεσαι μαζί μου, ο ήλιος με χτυπάει στα μάτια, δε σε βλέπω..μ’ακούω το κύμα, τη φωνή σου. Κόκκοι άμμου κ’η αλμύρα βρήκαν σπίτι μες το δέρμα μου και συ γελάς όταν με βλέπεις να χορεύω.. Μου λες «ποιος σ’έφερε εδώ, ποιος κόσμος είν δικός σου;» και δεν έχω να σου πω καμιά ιστορία, ήρθα απ’ την συνηθισμένη οδό… Μα έχω να σου πω λέξεις χιλιάδες που μαζεύω χρόνια μέσα μου, έχω να σου πω εικόνες ταξιδιάρικες κ ανεξήγητα αισθήματα.. Με κοιτάζεις απορημένα, παίρνεις τα πόδια μου στα χέρια σου, βλέπεις το σημάδι, το φιλάς.. «Πονάς;» «Ναι.» Χαμογελάς, «Θα περάσει.» Δεν απαντώ.
Κόκκινα βότσαλα κ’ ένα μαύρο και μικρά κοχύλια στην παλάμη μου, μικρά ενθύμια. Σε παρακολουθώ προσεκτικά, παραγγέλνεις άλλο ένα καφέ, βάζεις λίγο γάλα, ακριβώς όπως μ’ αρέσει, μου κλείνεις το μάτι, « Αηδία» λες και γελάς, μου δίνεις το τσιγάρο. Καθόμαστε πλάι πλάι και βλέπουμε τη θάλασσα. «Πονάει το σημάδι ακόμη;» Προς στιγμής ξεχνώ, περνά μια μνήμη, τη διώχνω βίαια. «Όχι» Σκύβεις, το ξαναφιλάς, «Στο είπα.»

Advertisements

ένας άλλος, μικρός, γλυκός θάνατος

με νανούρισε χθες βράδυ,

με κρατούσε σφιχτά σφιχτά στην αγκαλιά του,

μου’πε για όνειρα, για ευχές, ταξίδια και τραγούδια.

με πήρε ξημερώματα για βόλτα μες πόλη και του δειξα βουβά σημεία κ’αναμνήσεις,

κ΄αυτός χαμογελούσε..

μου’πε.. “μικρή, έχεις ξεχάσει; ”

χορέψαμε λοιπόν, στη μέση μιας πλατείας

κ’ήρθαν πολλοί να δουν αυτό το πανηγύρι,

μεθυσμένοι, ξεχασμένοι και λοιποί,

όλοι μαζί, ένας κόσμος, δικός μου ο κόσμος,

σαν γέλαγα παρέα μαζί του.

σα να δα και σένα μες το πλήθος μα δε σε γνώρισα,

ήσουν χλωμός, γαλήνιος, μακρινός

ξένος μες τον κόσμο μου.

σε είδε ο θάνατος και μ’άφησε μονάχη να χορεύω,

ήρθε σε σένα βιαστικά, σε σκέπασε, σε σκότωσε μπροστά μου..

και γω γελούσα, στη μέση της πλατείας που κάποτε γλυκά,τυφλά,αμετάκλητα εσέ αγαπούσα.

Σαν του φτιαξα καφέ πρωι πρωι να πιει,

του’πα σ’αγαπάω,

του φίλησα ευλαβικά τα χέρια μα σαν έκλεισα τα μάτια να μυρίσω

τρεχάτος έφυγε μακριά μου.

Είπε “πάνε τώρα οι μνήμες”.

Protected:

This content is password protected. To view it please enter your password below: