Διαμέρισμα νούμερο εφτά.

by valentinestavrou

‘Ανοιξε το παράθυρο. ‘Ηθελε να δει το φεγγάρι. Η παρουσία του ήταν ότι πιο μόνιμο στη ζωή της. Μάνα, πατέρα δεν είχε. Φίλοι, σκυλιά, γατιά, σχέσεις και ενίοτε μερικά παπαγαλάκια έρχονταν και φεύγαν διαρκώς.  ‘Ανοιξε το παράθυρο και βγήκε η μισή έξω ψάχνοντάς το. «Τι κ’αν πέσω;» σκέφτηκε.  «Κανείς δε θα με κλάψει.» ‘Εξω σταλούρα, μια βαριά ομίχλη έκρυβε το σκηνικό. Έβλεπε αμυδρά το φως του φεγγαριού και τα φανάρια του δρόμου. ‘Εκλεισε το παράθυρο και ακούμπησε στον  τοίχο. Κοίταξε προσεκτικά κάθε αντικείμενο στον χώρο. Το σπίτι της μικρό, ίσα ίσα για να χωράει αυτήν, τα ρούχα, τα βιβλία και τα κουτιά της.  «Κανείς δε θα με κλάψει.»

Πλυμμήρισε ο νους της εικόνες, τους γονείς της που έφυγαν και τους φίλους που δεν ήταν φίλοι, τους σκύλλους που πέθαναν και τα γατιά που προτίμησαν αλλωνών της στέγες , τους άνδρες που δεν έμειναν πολύ. «Κανείς δε θα με κλάψει…»  είπε κ’ακούμπησε το χέρι στο στήθος της. Την πονούσε. Την έπνιξαν οι μνήμες μα τα δάκρυα δεν έρχονταν να την λυτρώσουν απ την ένταση. Φόρεσε βιαστικά το κόκκινο παλτό της, έκλεισε δυνατά την πόρτα αδιαφορόντας για τους γέρους γείτονές της και κατέβηκε τρεχάτη τις σκάλες απο τον 5ο όροφο.

Βρήκε την ομίχλη ελκυστική. ‘Ηθελε να χαθεί μέσα της και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Το κρύο τσουχτερό. Στο δρόμο κανείς. Σα να δε μια γάτα που κάποτε τάιζε. Τριάντα εννέα. Σε λίγες ώρες θα έκλεινε τα τριάντα εννέα. Κ’αν χανόταν τούτη δω τι στιγμή κανείς δε θα την έκλαιγε. Συνέχισε να περπατά. ‘Ακουγε μόνο τα βήματά της. Στο δρόμο κανείς.

Ακολουθούσε τον κεντρικό δρόμο της μικρής πόλης. Περπάταγε ώρα..να χε ήδη κλείσει τα τριάντα εννιά; Είχε γεννηθεί στις δώδεκα και τρία λεπτά, 5 Δεκεμβρίου 1928. Και οι μόνοι άνθρωποι που είχαν χαρεί με τον ερχομό της ήτανε χρόνια τώρα θαμμένοι σε ένα χωριό πολύ πολύ μακριά της.  Μπροστά της απόλυτο σκοτάδι. Είχε προ πολλού βγει απο την πόλη. Κοίταξε πίσω της. Τα φώτα της πόλης φαίνονταν ακόμα. Μπροστά της το δάσος σκοτεινό, η ομίχλη παντού. ‘Ηξερε πως αν προχωρούσε λίγο ακόμα η πόλη δε θα φαινόταν. Κοίταξε ακόμη μια φορά πίσω της. Γύρισε την πλάτη στα φώτα και προχώρησε ήρεμα προς το δάσος.

Περπατούσε σχεδόν στα τυφλά. Οι θορύβοι του δάσους δε τη φόβιζαν, ένιωθε μια παράξενη γαλήνη .. σαν να ταν το σκοτάδι η λύτρωση που περίμενε. Είχε ξεπαγιάσει. Περπατούσε ώρες τώρα. Τι παράξενος τρόπος να γιορτάζει κανείς τα γενέθλιά του σκέφτηκε και γέλασε. Παρέα με ένα κόκκινο παλτό, σε ένα σκοτεινό δάσος.. χωρίς προορισμό η επιστροφή. Μόνο το ερέθισμα της απώλειας. ‘Ηθελε να αφήσει όλες τις μνήμες που την πονούσαν σε εκείνο το σκοτεινό δάσος, να ξαλαφρώσει απ’όσα την βάρεναν για χρόνια. Κ’αν μέχρι το πρωί ανέπνεε ακόμα..τότε ίσως να γύριζε.

Σταμάτησε μπροστά απο ένα πελώριο δέντρο. ‘Εκλεισε τα μάτια της κ’ακούμπησε το κορμό του. Συγκεντρώθηκε στους ήχους του δάσους. Σιωπή, σκοτάδι, κρύο και ένιωθε το μυαλό της να καθαρίζει. Έγειρε πάνω στον κορμό και έκλαψε. Έκλαψε δυνατά και έντονα, για ώρα. Γονάτισε προσεχτικά μπροστά στο δέντρο και συνέχισε το κλάμα. Τρανταζόταν ολόκληρη,αγκάλιαζε τον εαυτό της, στ’αυτιά της αναφιλητά που δεν είχε ξανακούσει. Ένιωθε δυνατή κ’αδύνατη συνάμα. Πάγωνε, δεν ένιωθε τα δάχτυλα ή τη μύτη της, τα αυτιά της πονούσαν απ’το κρύο μα δεν έφευγε απ’εκεί.

‘Οταν επιτέλους ηρέμησε, μίλησε στο δέντρο. Χωρίς δισταγμούς, φραγμούς ή δεύτερες σκέψεις. Του είπε για τη ζωή της, για το κάθε σκυλί, γατί, για τον κάθε άνδρα που αγάπησε. Για τους φίλους που δεν ήτανε φίλοι, για τους γονείς που υπεραγαπούσε, για τα αδέρφια που δεν είχε ποτέ. Μοιράστηκε μαζί του όλα της τα λάθη, τις ανασφάλεις, τις φοβίες της, όλα τα μικρά μικρά που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν.  Έβγαλε το ψαλίδι απο την τσέπη της- το είχε ξεχάσει εκεί όταν έκοψε την προηγούμενη μέρα το σχοινί απο το πακέτο με τις εφημερίδες- και το κοίταξε για λίγο. Το άφησε στο πλάι και έλυσε τα μαλλιά της.  Μια τούφα για κάθε μνήμη που πονάει σκέφτηκε.

Μετα βίας μπορούσε να λυγίσει τα παγωμένα της δάκτυλα. Ξεχώρισε μια τούφα, την χάιδεψε για λίγο, ξαναθυμήθηκε για λίγο κ’άργαμπα μα γλυκά την έκοψε. Επανέλαβε πολλές φορές. Δάκρυζε πότε πότε – μερικές μνήμες πονούσαν πιο πολύ απ’άλλες- και συνέχισε να κόβει τούφες απ’ τα μαλλιά της. Είχε αρχίσει να χαράζει. Πως να μοιάζει άραγε; Τώρα που είχε απαλλαχτεί απ΄τα πάντα…πως να μοιάζει;

Σηκώθηκε αργά, γύρω της τούφες. Το δάσος όμορφο, πράσινο. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπήκε στην πόλη πριν ακόμη αυτή ξυπνήσει. Ένα αδέσποτο την πήρε απο πίσω.

Advertisements