Clementine Tree

by valentinestavrou

Σήμερα στάθηκα μπρος απο μια μανταρινιά.. κ΄ήτανε μόνη κ’όμορφη μες την ασχήμια γύρω της. ‘Εμοιαζε ξένη εκεί. Τα κλαδιά της τα βαρένανε οι νεκρές βελόνες ενός πεύκου που της έκοβε τον ήλιο. ‘Εγερνε λίγο προς αυτήν, σαν να θελε να την φορτώσει με ότι πέταγε. ‘Ητανε ήρεμη η μανταρινιά, γαλήνια.. Δε θα τανε μεγάλη, ο κορμός της λεπτός, φαινομενικά αδύναμος, έμοιαζε εύθραυστη, μα είχε μια στάση που με έκανε να υποκλιθώ μπροστά της.

Λιγοστά τα φρούτα της, τα φύλλα στατικά, δε θροίζανε. Σαν άγαλμα όρθιο μπροστά μου με προκάλεσε να την κοιτάξω. Κ’είδα τα αγκάθια στον κορμό τον πληγωμένο, είδα φύλλα κίτρινα και ένα σκουριασμένο καρφί μέσα της και βελόνες παντού… οι βελόνες του πεύκου που της έκοβε τον ήλιο. Πήγα κοντά της, ήσυχα, μην την ταράξω… και τότε.. είδα πόσο σου μοιάζει.

Κ’είδα ξανά τον πεύκο, τόσο πελώριος και τρανταχτός δίπλα της, τόσο περήφανος… και τον μίσησα για την ψευτιά του. Τον μίσησα για τον αλώβητο φλοιό του, για τον ήλιο που κλέβει, την ψευτοπαλικαριά που κουβαλά, τον μίσησα για τα φουντωτά κλαδιά του, για το ανίκητο «εγω» του, για την δήθεν δύναμη του, τον μίσησα ακόμη περισσοτέρο για τον κούφιο κορμό που εξάγγελλε για χρόνια… μα πάνω απ’όλα…τον μίσησα για τις βελόνες που έριξε στην μανταρινιά.

Έστρεψα ξανά το βλέμμα μου σε σένα μανταρινιά… και σ’αγάπησα… Και σου πα «Φύγε!! Τρέχα! Φύγε μακριά! Αυτός ο κόσμος… δεν είναι για σένα… Φύγε κ’άσε τις βελόνες του στο πάτωμα..»  Σου πα, « Μπράβο! Δε λύγισες, να μη λυγίσεις ποτέ… Κ’άμα ξανάρθει ο άνεμος, μη φοβηθείς, χόρεψε! Να μη φοβάσε ποτέ.. Φύγε μανταρινιά… Ο πεύκος δεν ήτανε ποτέ για σένα. Κούφιος ο κορμός του.»  

Advertisements