kernel, reflections

though the fact that they were terrible did not mean that they were necessarily truthful

Month: November, 2012

Protected: mountain

This content is password protected. To view it please enter your password below:

Advertisements

το μοιρολόι της Τρανταφυλλένης

Κατα το δείλις, σαν εχτενίζετουν τζε εχαμογέλαν

ήρτε στ’αφκιά της το μαντάτο

πον ήθελε ποττέ ν’ακούσει.

Μες τα ρούχα τα χοντρά,έπεσε, έτοιμος να τον πάρει ο Χάρος,

 τζίνος που αγαπούσε πιόττερο που ούλλους.

Έκαμα όπως μου επαράτζηλες,

εβούρησα ξυπόλητη να ρτω μητά σου

μόλις μου πασειν πως τζίνος π’αγαπώ

τον πλάστη μου πάει να έβρει.

Εμπήκα που την πόρτα φουρκαστή

η μάνα σου εξιππάστη, επίε να πολοηθεί, έκαμε να με θκιώξει

μα σταματημό εν έιχα,

ίσιωσα για την κάμαρη, να δω το φώς μου.

Πας την καρκόλα που μ’αγάπησες

μες την κάμαρα που έγινες δικός μου

είδα σε τζίτρινο, χλωμό, άρρωστο να πεθάνεις.

                         Άπλωσες τα σιέρκα σου, να μπω στην αγκαλιά σου

τζ΄ήσουν δρωμένος, ποσταμένος, νυστικός, μα η αγκάλη σου σφιχτή, σαν ήταν πάντα

τζε εσμίξασιν τα δάκρυα με το δρώμα,

τζε εφίλας το τυφλά σαννα ταν νερό να σε αναστήσει.

Σου που μου ταξες πως μητά μου εννα σε πάντα

είπες μου ψιθυριστά πως προτού σε παντρευτώ εννα σε κλάψω,

πως εννα σε θάψω, χώμα εννα σου σείρω

τζε πάνω στο σταυρό σου εν να γείρω

να σε γυρεύκω μες τους ουρανούς

που μου τασσες δικούς μου.

Εφίλησα σε μια, τζε δκυο, τζε τρεις

για να σε φέρω πίσω

είπα σου για τους ποταμούς, για τα λειβάθκια πον δικά μας

για τα όνειρα που εκάμναμε κρυφά

μα έκλεισες τα μάθκια σου

σαν σε φιλούσα

μες τα σιέρκα μου, σαν σε εκρατούσα

έμεινα χαντή

να σε θωρώ να φέφκεις που κοντά μου

σου που μου πες πως η ζωή σου εν δική μου.

Εγίνην όπως ήθελες, όπως μου είπες πρώτα,

το κλάμα μου αγάπη μου εξύπνησε την φύση ούλλη,

εσήκωσε τη θάλλασσα τζε ο αέρας έπιαε τη φωνή μου

κύμματα, βράχια τζε βουνά

μαζί μου εξαγρυπνήσαν

εφωνάζαν εις τον πλάστην μου ότι τους αδικήσαν.

‘Εμεινα μόνη μου, λειψή, ξεριζωμένη

να σε γυρεύκω σαν ξυπνώ τζε σαν τζοιμούμε

να σε φωνάζω μες τον ύπνο μου

στον ξύπνιο μου να σε θωρώ ομπρός μου

να κάμνω να σου τζίσω

πως να σε ποσιερετήσω;

Τζει που σαι μάνα μου, θέλω τα σιείλια σου υγρά σαν τα θυμούμε,

τα μάθκια σου να λάμπουν σαν όταν με εθώρες βουρήτη να έρκουμε κοντά σου

άστην αγκάλη σου ανοιχτή , περίμενε με νά ρτω

τζε όταν ανταμοωθούμε, μεν φοηθείς τα άσπρα τα μαλλιά μου

 εν να σου πω πως η ζωη χωρίς εσένα

για ζωη εν λογιέτε,

πως περπατώ τζε είσαι δίπλα μου

πως το πουρνό λαλώ σου καλημέρα

πως η ψυσιή μου εν η μισή

τζε τίποτε στον κόσμο εννεν εσύ.

Πόμεινε καρκιά μου, τα χρόνια εν δικά μας.

 

Protected: you,murderer

This content is password protected. To view it please enter your password below: