kernel, reflections

though the fact that they were terrible did not mean that they were necessarily truthful

Month: October, 2012

routine living

 the propeller of an aging plane, flying so fast it looked still

 

Wake up, press snooze, let go of the warmth of the arms that held you during the night, dream a little bit more, hug the pillow, open your eyes, smile to the man next to you, crawl to the bathroom, feel the cold droplets of water on your shivering body, use anti-wrinkling face cream and sunscreen every morning, apply foundation, make-up, mascara ; some rouge to colour your face, feed the dog , skip breakfast, drink bitter coffee, say “I’m late again”, put on coat, find keys, wish you were still in bed. A quick kiss, a smile, roaring engine,  traffic, random thoughts while driving, faster faster…I’m late again. Make up an excuse, avoid the boss, wonder where you went wrong, but not for long, you have to work. Remember to lock the car.

Say “good-morning” to the annoying colleague, hate your office attire, think “I love you”, make some phonecalls, have more bitter coffee, go to the conference room, practice your fake smiles skills, go back to your office, look for the document’s you’ve lost,  check emails and such,  have hurried lunch, involve yourself in meaningless chi-chat, take a cigarette break, face your headache, pause for a nanosecond to realize that daydreaming has become a luxury; tired eyes, late afternoon, swollen feet, damn these high heels, can I have a baby like this? Schedule the following day, note pending tasks, switch off the light, sip cold coffee, put on coat, find keys, say “Have a good evening”,  I’m going home again, faster faster, random thoughts while driving, horrible traffic, roaring engine, a smile, a quick kiss. Cook dinner for two, shower, set the alarm, place yourself in the warmth of the arms that will hold you during the night. Dream of what you hoped you would have lived.

 

Advertisements

δωμάτιο

Ξάφρισε τον χώρο του απο όλα τα πράγματά του.  Με μανία έσπασε τα μαρμάρινα πλακάκια και έξισε την μπογιά απο τους τοίχους. Δούλευε ασταμάτητα δυο μέρες.  Άτσαλα πέταξε τα υπάρχοντα του στη αυλή του μονόπατου σπιτιού του. Γέλασε ειρωνικά στην εικόνα. Χρειάστηκε μόλις δυο μέρες για να ξεφορτώσει τον ευατό του απ’  όλα αυτά που μάζευε για χρόνια. Του φάνηκαν  τόσο άχρειστα καθώς τα κοίταζε ανάμεσα στα χόρτα. Προς στιγμής τα λυπήθηκε όλα. Μετά ξαναγέλασε ειρωνικά όταν κατάλαβε πως στην ουσία εκείνον λυπόταν.

Το σπίτι δεν του φάνηκε άδειο. Κάθε άλλο, το ένιωθε παραδόξως ανάλαφρο.  Απο το ξίσιμο τον τοίχων η μυρωδιά τσιμέντου πλημύρισε τον χώρο και αυτό του θύμισε οικοδομή.  Αφου συνήθησε το σκοτάδι κοίταξε τα πρησμένα του δάχτυλα.  Δυο μέρες και δύο χέρια. Χτίζω, χαλάω.  Επανέλαβε ρυθμικά. Χτίζω, χαλάω. Ξαναγέλασε όταν θυμήθηκε την μάνα του που τραγουδούσε  ανέμελα το «Ράβε Ξήλωνε» σαν έπλενε τα ρούχα. Δυο χέρια δεν είχε κ’αυτή;

Βολεύτηκε σε μια γωνιά του δωματίου. Ο χώρος μεγάλος, ενιαίος. Δεν είχε κουζίνα, πρόχειρα είχε στήσει ένα γκάζι και το λουτρό βρισκόταν στο πίσω μέρος της αυλής. ‘Εμεινε να κοιτάζει τους τέσσερις τοίχους. Λάθος, σκέφτηκε. Έξι. Βρίσκομαι σε ένα τετράγωνο αποτελούμενο απο έξι επιφάνειες. Ξαναγέλασε. Παραξενεύτηκε με το πως οι μνήμες του του προκαλούσαν γέλια.  Οι επιφάνειες του τετραγώνου  του θύμισαν αναπόφευκτα τον μαθηματικό του. Μια φορά ήρθε στην τάξη με κατεβασμένο το φερμουάρ .Λυπάτε που τον κοροίδεψε τότε.

Τα πέταξε όλα εκτός απο μια κιμωλία. Και ένα μπουκάλι νερό.΄Ηθελε με κάτι να χαράξει τους τοίχους. Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει μαχαίρι μα δεν είχε κανένα αρκετά αιχμηρό. Και η κιμωλία δεν θα έκανε θόρυβο στον τοίχο.  Θα ένωνε δυο μορφές συμπαγές σκόνης με την ελπίδα να δει στο αποτέλεσμα εκείνο που έψαχνε. Εκείνον. Κανείς δεν τα πετάει όλα παρα μόνο όταν έχει χάσει εαυτόν. Πήρε την κιμωλία και έγραψε την σκέψη του στο πάτωμα, παράλληλα με τον τοίχο.

Κάθισε για μερικές ώρες και σκεφτόταν αυτό που μόλις είχε γράψει. Είχε χάσει ευατόν. Τον τρόμαζαν τα γράμματα του. Τον τρόμαξε η μοναξιά του. Τον τρόμαξε κ’αυτός. Χαμογέλασε αμυδρά όταν θυμήθηκε πως μικρός, πάνω στο κόκκινο ποδήλατό του, δεν φοβόταν τίποτα. Μα τα παιδιά δεν ξέρουν απο φόβους.Τώρα πάει. Μεγάλωσε. Δεν έφτασε ακόμα τα τριάντα, λιγοστές οι άσπρες τρίχες πεταμένες μες τις μπούκλες του, μα ένιωθε κουρασμένος. Ξάπλωσε  ανάσκελα, παράλληλα με τα γράμματά του. Κρατούσε ακόμη την κιμωλία στο χέρι του. Τυφλά ζωγράφισε σχήματα στο πάτωμα.  Σηκώθηκε, έκατσε σταυροπόδι και τα κοίταξε. Κύκλος, σκέφτηκε.  ‘Ολος ο κόσμος γύρω μου κύκλος.

Σηκώθηκε επιτέλους απο το πάτωμα και κινήθηκε προς την μέση του δωματίου. Υπολόγισε με το μάτι τις διαστάσεις του τετραγώνου του και βάλθηκε να ζωγραφίσει έναν κύκλο μες το τετράγωνο.  Ευλαβικά έφερνε σε επαφή την κιμωλία  με το τσιμέντο, μην του σπάσει τώρα που την χρειαζόταν πιότερο.

Δεν ολοκλήρωσε βέβαια τον κύκλο, ζωγράφισε περίπου τα τρία τέταρτα. Το κενό συμβόλιζε το μέλλον. Μια κουκκίδα περίπου στη μέση συμβόλιζε αυτόν. ‘Οχι ότι ένιωθε μικρός σαν κουκκίδα, απλά του έφτανε αυτη η τελεία.  Περπάτησε πάνω στην περιφέρεια του ανολοκλήρωτου κύκλου του. Απο την μια άκρη μέχρι την άλλη και πάλι πίσω. Κοίταζε την κουκκίδα όλη την ώρα. Προσπάθησε να τον δει απ’έξω. Κάθε τόσο πρόσθετε κ’άλλες κουκκίδες πάνω στον κύκλο του.  Ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ της περιφέρειας και του κέντρου έμενε κενός.  Κατάλαβε πως αυτό που έλειπε ήταν διαμέτροι που να συνδέουν αυτόν με τον έξω κόσμο. Μερικές ευθείες να γεμίσουν το κενό του. ‘Εσκυψε πάνω απο μια κουκκίδα και τράβηξε αποφασιστικά μια γραμμή που ένωνε την περιφέρεια με το κέντρο.

Χαμογέλασε στην σκέψη της. ΄Ενιωσε ανάγκη για αέρα.  Συνέχισε να χαμογελάει γλυκά.  ‘Ισως να μην είχε χάσει εαυτόν τελικά.  Πήγε στην πόρτα, σε λίγο θα ξημέρωνε. Μες την ψυχράδα των πρώτων πρωινών ωρών κοίταξε τη σωρό απο τα πράγματά του. Του φαίνονταν ακόμα άχρηστα. Μα δεν τα κοίταξε με λύπη.  ‘Εκλεισε την πόρτα και πήγε να την βρει.

Σαν έφευγε άκουσε την μάνα του να τραγουδάει.

 βρε γέλα φίλε μου γέλα φίλε μου
δεν είναι δεν είναι δεν είναι και για λύπη